Ο δρόμος προς το Νυμφαίο είναι από εκείνους που σε βάζουν σταδιακά στο κλίμα πριν καν φτάσεις στον προορισμό· όσο ανεβαίνεις υψόμετρο, ο πολιτισμός αραιώνει, τα πεύκα πυκνώνουν και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις, μπαίνεις σε μια ζώνη όπου ο χρόνος δεν έχει αποφασίσει αν θέλει να προχωρήσει ή να σταθεί για λίγο. Στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής η αίσθηση είναι σχεδόν τελετουργική — το βουνό σε δέχεται με τον δικό του αργό ρυθμό, σαν να σε προετοιμάζει για μια πραγματικότητα λιγότερο φλύαρη και πολύ πιο έντιμη.

Η πρώτη επαφή με το χωριό έχει κάτι από σεβασμό και κάτι από αποκάλυψη. Αφήνεις το αυτοκίνητο, και το καλντερίμι σε αναγκάζει να επιβραδύνεις, όχι επειδή «έτσι είναι το σκηνικό», αλλά επειδή ξαφνικά καταλαβαίνεις ότι ο τόπος δεν σηκώνει βιασύνη. Η πέτρα, τα αρχοντικά, η υγρασία που κάθεται στις στέγες και το λεπτό, καθαρό, βουνίσιο αέρα που μπαίνει κατευθείαν στα πνευμόνια, όλα συνθέτουν μια ατμόσφαιρα που δεν ψάχνει να σε εντυπωσιάσει με εντάσεις — απλώς σε προσκαλεί να μπεις σε ένα νέο μοτίβο ζωής.

Το πρωινό στο Νυμφαίο δεν είναι απλώς μια ώρα της ημέρας· είναι ο τρόπος με τον οποίο το χωριό σου υπενθυμίζει ότι κάθε όμορφο πράγμα απαιτεί χώρο για να αναπνεύσει. Μια κούπα ζεστού καφέ δίπλα σε πέτρινο παράθυρο, ομίχλη που κινείται αργά ανάμεσα στα σπίτια, ο ήχος από ξύλα που καίγονται κάπου πιο πέρα και μια ησυχία τόσο συμπαγής που, για πρώτη φορά μετά από καιρό, ακούς τις σκέψεις σου χωρίς να θέλεις να τις αλλάξεις κανάλι.

Αν επιλέξεις να περπατήσεις στο δάσος —και δύσκολα δεν θα το κάνεις— θα καταλάβεις γιατί όσοι έρχονται εδώ επιστρέφουν μιλώντας για «ενέργεια» και όχι για αξιοθέατα. Το μονοπάτι, άλλοτε βρεγμένο και άλλοτε καλυμμένο με λεπτό στρώμα φύλλων, ανοίγει μπροστά σου χωρίς θόρυβο, χωρίς εξάρσεις, με μια απλή προϋπόθεση: να περπατήσεις με τον δικό του ρυθμό. Κάποιες φορές, ανάμεσα στα δέντρα, ακούγονται κουδούνια — όχι για τουριστικό εφέ, αλλά γιατί το βουνό εξακολουθεί να λειτουργεί σαν ζωντανός οργανισμός, ανεπηρέαστο από τη βιασύνη του υπόλοιπου κόσμου.

Η επιστροφή στο χωριό έχει πάντα μια μικρή γλύκα. Ένα απλό πιάτο με τοπικά υλικά, κρασί που ζεσταίνει χωρίς να βαραίνει, και κουβέντες που κυλούν φυσικά, όχι επειδή πρέπει να γεμίσει ο χρόνος, αλλά επειδή η καλή παρέα εδώ δεν είναι μέρος του προγράμματος — είναι μέρος της ζωής. Οι χώροι είναι ζεστοί, τα σπίτια κουβαλούν μνήμη και ο αέρας έχει τη σπάνια ικανότητα να καθαρίζει τον νου χωρίς να χρειάζεται καμία θεατρικότητα.

Και όταν πέσει ο ήλιος, το χωριό δεν γίνεται σκοτεινό — γίνεται πιο αληθινό. Τα φώτα ανάβουν δειλά, σαν να θέλουν να σεβαστούν τη σιωπή που έχει ήδη απλωθεί. Το τζάκι γίνεται το κέντρο του κόσμου, το κινητό ξεχνιέται εύκολα στο τραπέζι και η νύχτα μοιάζει με επιστροφή σε μια πιο ανθρώπινη εκδοχή της καθημερινότητας.

Φεύγοντας, η μετάβαση προς τον «έξω κόσμο» έρχεται σχεδόν απότομα, σαν κάποιος να ανοίγει ξαφνικά την πόρτα σε ένα δωμάτιο όπου μέχρι πριν λίγο υπήρχε μόνο ζεστασιά και χαμηλός φωτισμός. Ο δρόμος κατηφορίζει, το σήμα επιστρέφει στο τηλέφωνο, κι εσύ καταλαβαίνεις ότι αυτό που πήρες μαζί σου δεν ήταν αξιοθέατα, ούτε μία ακόμη εκδρομή με τίτλο. Ήταν η αίσθηση ότι για λίγο, κατάφερες να ζήσεις σε έναν τόπο όπου τίποτα δεν βιάζεται — και όλα έχουν χώρο να υπάρξουν.